Οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα αναμένεται να παραμείνουν υψηλές και ιδιαίτερα ασταθείς έως το 2030, σύμφωνα με ανάλυση της Citigroup, η οποία εξετάζει τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται στην ελληνική αγορά ρεύματος μετά την ταχεία απολιγνιτοποίηση και τη μεγάλη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Παρά το γεγονός ότι οι ΑΠΕ καλύπτουν πλέον περίπου το 50% του ενεργειακού μείγματος και συνεχίζουν να επεκτείνονται, η Citi εκτιμά ότι το φυσικό αέριο εξακολουθεί να καθορίζει τις τιμές χονδρικής για το 60% έως 70% των ωρών. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των ανανεώσιμων πηγών δεν οδηγεί αυτόματα σε μόνιμα χαμηλότερες τιμές για την αγορά.
Η απολιγνιτοποίηση άλλαξε το ενεργειακό τοπίο
Η ταχεία απόσυρση του λιγνίτη, που για δεκαετίες αποτέλεσε τη βάση του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος, σε συνδυασμό με τη σταδιακή απόσυρση παλαιών μονάδων πετρελαίου και φυσικού αερίου, έχει μεταβάλει ριζικά το μείγμα παραγωγής.
Η Ελλάδα έχει στραφεί δυναμικά στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όμως η μετάβαση αυτή δεν έχει συνοδευτεί ακόμη από επαρκή συστήματα αποθήκευσης, ισχυρές διασυνδέσεις και ευέλικτες μονάδες που θα μπορούσαν να εξισορροπήσουν την αγορά.
Έτσι, ενώ η ζήτηση αυξάνεται με μέτριους ρυθμούς, τα περιθώρια εφεδρείας περιορίζονται, δημιουργώντας μια πιο «σφιχτή» αγορά έως το τέλος της δεκαετίας.
Γιατί οι ΑΠΕ δεν ρίχνουν μόνιμα τις τιμές
Η ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι πραγματική και, σύμφωνα με τη Citi, το επενδυτικό pipeline δείχνει ότι η ισχύς των ανανεώσιμων πηγών έως το 2030 μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και τους στόχους του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόση πράσινη ενέργεια παράγεται. Το κρίσιμο ζήτημα είναι πότε παράγεται και αν το σύστημα μπορεί να την απορροφήσει.
Όταν υπάρχει μεγάλη παραγωγή από ΑΠΕ, η αγορά μπορεί να οδηγείται σε ώρες μηδενικών ή ακόμη και αρνητικών τιμών. Όταν όμως πέφτει η παραγωγή από ήλιο και άνεμο, το φυσικό αέριο επανέρχεται ως βασικός διαμορφωτής τιμών.
Αυτό δημιουργεί έντονη ενδοημερήσια μεταβλητότητα: χαμηλές ή αρνητικές τιμές σε κάποιες ώρες, αλλά υψηλές τιμές σε άλλες, όταν η αγορά εξαρτάται από θερμικές μονάδες.
Οι εξαγωγές δεν αρκούν για να απορροφήσουν το πλεόνασμα
Ένα ακόμη πρόβλημα που εντοπίζει η Citi είναι η περιορισμένη δυνατότητα εξαγωγών.
Όταν η Ελλάδα έχει πλεονάζουσα παραγωγή από ΑΠΕ, δεν μπορεί πάντα να τη διοχετεύσει εύκολα σε γειτονικές αγορές, καθώς οι διασυνοριακές διασυνδέσεις συχνά κορεσμένες τις ώρες υψηλής παραγωγής.
Οι μεγαλύτερες επεκτάσεις στις διασυνδέσεις αναμένονται κυρίως μετά το 2030, γεγονός που σημαίνει ότι στο μεσοπρόθεσμο διάστημα οι εγχώριες ανισορροπίες προσφοράς και ζήτησης θα συνεχίσουν να επηρεάζουν έντονα τις τιμές.
Το συμπέρασμα της Citi για την ελληνική αγορά
Η Citigroup καταλήγει ότι η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας θα παραμείνει δομικά πιο ακριβή και πιο ασταθής σε σχέση με τις αγορές της Δυτικής Ευρώπης.
Ο συνδυασμός φυσικού αερίου ως βασικού διαμορφωτή τιμών, περιορισμένων εξαγωγών, χαμηλής ευελιξίας, ανεπαρκούς αποθήκευσης και στενών περιθωρίων παραγωγικής ισχύος δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι τιμές δύσκολα θα αποκλιμακωθούν σταθερά.
Με απλά λόγια, η Ελλάδα έχει περισσότερες ΑΠΕ, αλλά δεν έχει ακόμη το πλήρες σύστημα που χρειάζεται για να μετατρέψει αυτή την πράσινη παραγωγή σε διαρκώς φθηνότερο ρεύμα.
Η θέση της ΔΕΗ στο νέο περιβάλλον
Η Citi εξετάζει ξεχωριστά και τη θέση της ΔΕΗ, τονίζοντας ότι η φυσική της έκθεση δεν αποτυπώνει πλήρως την οικονομική της πραγματικότητα.
Σε καθαρά φυσικούς όρους, η ΔΕΗ εμφανίζεται long στους πελάτες και short στην παραγωγή, κάτι που σημαίνει ότι χρειάζεται αγορές χονδρικής για να καλύψει μέρος της λιανικής ζήτησης.
Ωστόσο, όταν λαμβάνονται υπόψη οι συμβάσεις, τα προθεσμιακά προϊόντα, οι αντισταθμίσεις κινδύνου και τα σταθερά τιμολόγια, η εικόνα αλλάζει. Σύμφωνα με τη Citi, η καθαρή οικονομική έκθεση της ΔΕΗ είναι τελικά long στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Γιατί η ΔΕΗ μπορεί να ωφεληθεί από τις υψηλές τιμές
Καθώς λήγουν οι υφιστάμενες αντισταθμίσεις και τα συμβόλαια σταθερής τιμής, μεγαλύτερο μέρος των κερδών της ΔΕΗ θα συνδέεται με τις τιμές spot της αγοράς.
Παράλληλα, περίπου το 80% της πελατειακής βάσης της εταιρείας παραμένει σε μεταβλητά τιμολόγια, γεγονός που επιτρέπει σε μεγάλο βαθμό τη μετακύλιση των αυξήσεων της χονδρικής στη λιανική.
Αυτό περιορίζει τον αρνητικό αντίκτυπο του υψηλότερου κόστους εισροών και αφήνει τη ΔΕΗ σε σχετικά ισχυρή θέση σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές παραμένουν υψηλές για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Ο βασικός κίνδυνος, σύμφωνα με την ανάλυση, θα ήταν μια διαρκής καθοδική πίεση στις τιμές χονδρικής. Όμως, με βάση τη σημερινή δομή της ελληνικής αγοράς, η Citi δεν θεωρεί αυτό το σενάριο ως το πιθανότερο έως το 2030.
Πηγή: Pagenews.gr
Το σχόλιο σας